Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη

Τέτοια ώρα με έπαιρνε απ' το χέρι και πηγαίναμε. Είχε μια γοητεία να μπορώ να ξενυχτώ τέτοια νύχτα. Ο Αη Νικόλας στο χωριό είχε αδειάσει από τον πολύ κόσμο μετά τα Δώδεκα Ευαγγέλια, τα φώτα είχαν χαμηλώσει και στη μέση βρισκόταν μόνο ο Σταυρός με τον Ιησού " να κρεμάται επί ξύλου".

Οι γυναίκες στα μαύρα άρχιζαν να στρώνουν γύρω από το σταυρό κιλίμια και μικρά χαλάκια από φλοκάτη γιατί το πέτρινο πάτωμα ήταν αρκετά κρύο. Άναβαν κεριά και καθισμένες στο πάτωμα γύρω από τον σταυρό, άρχιζαν το τραγούδι. Η μία τελείωνε η άλλη άρχιζε, μοιρολόγια που δεν έχω από τότε, ποτέ ξανακούσει. Κάποιες μάλιστα έλυναν και τα μαύρα μαντήλια τους.
Η γιαγιά μου η Ελένη σιγομοιρολογούσε μαζί τους και μου κρατούσε το χέρι. Δεν νομίζω να ήμουν πάνω από οκτώ χρονών. Όμως σ αυτή την ηλικία ο ύπνος δεν αργούσε να έρθει μέσα από τα μελαγχολικά τραγούδια που υμνούσαν τον πόνο της Παναγίας περισσότερο. Μα ήμουν σίγουρη ότι θρηνούσαν και τις δικές τους απώλειες. Το λιγοστό φως των κεριών και των καντηλιών δημιουργούσε τέτοια μυσταγωγία, που έκανε τα βλέφαρά μου να κλείνουν. Ένιωθα τότε το χέρι της να με σκεπάζει και να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Αν ξυπνούσα για λίγο, πάνω από το κεφάλι μου ο επιβλητικός σταυρός και οι μοιρολογήτρες, που δεν σταματούσαν ως το πρωί.

Τότε γινόταν η αποκαθήλωση από τον σταυρό κι άρχιζαν να στολίζουν τον Επιτάφιο. Η εκκλησία ξαναγέμιζε από νεότερες κοπέλες που έφερναν φρέσκα λουλούδια και άρχιζαν το στόλισμα. Οι βραδινές μοιρολογήτρες αποχωρούσαν και έδιναν τη θέση τους στις ξεκούραστες.

Εκείνη την εποχή όλη αυτή η διαδικασία εμπεριείχε μία έντονη θεατρικότητα που με γοήτευε. Δεν είχε να κάνει με καμία θρησκευτική συνείδηση. Για τις αταξίδευτες γιαγιάδες μου ο Χριστός είχε γεννηθεί κάπου κοντά στο χωριό κι ο Γολγοθάς πάλι κάπου κοντά βρισκόταν. Συμμετείχαμε όλοι: παιδιά, ηλικιωμένοι, νεότεροι. Δεν έλειπε κανείς.
Απόψε στη μνήμη μου έρχεται η σκηνή του κουρνιασμένου οκτάχρονου κοριτσιού σε μία πανέμορφη μεταβυζαντινή εκκλησία που χτίστηκε το 1862 κι ακόμα στέκει όρθια.

Νοσταλγώ το χέρι της γιαγιάς μου στα μαλλιά μου, τους ύμνους, τις μελωδικές φωνές των γυναικών που μοιρολογούσαν και την τρυφεράδα στις νουθεσίες τους. Είχε μια γλύκα το κάθε Πάσχα της παιδικής μου ηλικίας που δεν ξαναβρήκα ποτέ από τότε...

Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου