Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Απόρριψη

Σαν το Κατερινιώ τόσο άδικα του φώναξε , τόσο σκληρά τον μάλωσε, τον πήρανε τα δάκρυα. Παλικαράκι δεκαοχτάχρονο , να τη φυλάξει θέλησε απ' του πατρός της την οργή. Κι οικογενειακούς καυγάδες ν´ αποφύγει. Δεν της μαρτύρησε, πως ,για ένα βράδυ μοναχά, περνούσε από την πόλη της. Κι εκείνη δυσπίστησε πολύ. Θάρρησε πως ψέμματα της είπε και με άλληνε είχε μπλέξει. Ξενομερίτης εκείνος για ένα βράδυ βρέθηκε στην πόλη μα δεν την έψαξε. Σαν τόμαθε 'κείνη τον έδιωξε μακριά. Ποτέ ξανά δεν εμιλήσαν.Κι απόμεινε από τότε με το στόμα ανοιχτό σαν την απολογία, που ποτέ κανείς δε στάθηκε ν' ακούσει. Την έκλαψε μερόνυχτα πολλά, τούτη τη συντριβή. Και το χαμό της πρώτης του αγάπης.

Κι ήρθε μια δεύτερη αγάπη στα χρόνια τα φοιτητικά. ´Κει που το βαθύ μπλέ των ματιών της Βερονίκης, τον έκαμε να παραζαλιστεί και να ξεχάσει. Με χίλια τεχνάσματα πάλεψε κοντά του να τη φέρει για ν´ αποδείξει στον κουρασμένο του εαυτό , πως έχει μερίδιο στην αγάπη. " Θα βγεις μαζί μου ναί ή όχι" ούρλιαξε κι ο στριγκνός λαρυγγυσμός του σκέπασε την αίθουσα. Μα η Βερονίκη, άπληστα χόρευε στη δύναμη των θαλασσών, που έκρυβε η ματιά της. Να τον παιδέψει θέλησε. Το φωναχτό της "όχι" εκεί στη μέση του αμφιθεάτρου μπροστά στα ξαφνιασμένα πρόσωπα των άλλων, τον χτύπησε σαν καμτσικιά στο πρόσωπο. Ούρλιαζε εκείνος ώρα πολύ για ένα "ναι ή όχι" απεγνωσμένο, σαν αστραπή του ερχότανε στο νου ξανά η παλιά απόρριψη και το Κατερινιώ ζωντάνευε. Πίστευε πως πάλι δεν θα το άντεχε. Κι όμως εκείνη "όχι" του απάντησε, χωρίς αιδώ. Και σαν να είδε στην άκρια του ματιού της τη σκληράδα των βόρειων θαλασσών, που τόσο τον ελκύουν σήμερα.

Θρήνησε και τούτη τη δεύτερη απόρριψη κι ας είχε, ως ποιητής, μυριάδες στίχους γραμμένους κατάστηθα για την αγάπη. Σφαλίστηκε με πανοπλία βαριά που ως σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, τη σέρνει. Χέρι ποτές δεν άπλωσε, γυναίκα να ικετέψει ξανά.

Μα ήρθαν πλουμιστές οι λέξεις της γραφής του για να παρηγορήσουν την ψυχή, τη γυναικεία. Κι αρχίσαν σαν υπνωτισμένες να τον ψάχνουν οι θηλυκές ματιές του κόσμου όλου. Σαν σίδερο που από μαγνήτη αρπάζεται. Είναι που ο λόγος του είχε δύναμη βαθιά και υπόγεια. Κι είναι αυτές που τώρα ικετεύουν, σπαράζουν κι ανυπόκριτα τα χέρια τους απλώνουν. Κι εκλιπαρούν κοντά του να βρεθούν. Κι εκείνος αποδέχεται και θλιβερά χαμογελά για το παιχνίδι. Μα γιατρειά, δε βρίσκει με καμιά. Συρρέουν στα λημέρια του, ´κει που ξεχειμωνιάζει η ψυχή του. Να τον γητέψουν προσπαθούν. Με νάζια και ταξίματα. Κι απόλυτες αγάπες.

Μα εκείνος, ως τα σήμερα, το χέρι δεν απλώνει...

Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου