Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ο ζητιάνος

Οταν έστω και για μια στιγμή ένιωθε την απόρριψη, έχανε την ψυχραιμία της. Οπως εκείνο το βράδυ, που τον έβλεπε κρυμμένο πίσω από το βιβλίο του να έχει απορροφηθεί. Σαν να αγνοούσε το βλέμμα της, που ζητούσε εναγωνίως εξηγήσεις.

Ηταν αργά, μα σκέφτηκε " ας πάω μια βόλτα στο τετράγωνο μπας και ξεθολώσει το μυαλό μου". Σηκώθηκε από τον καναπέ- χωρίς εκείνος να σηκώσει τη ματιά του- και επέστρεψε από το δωμάτιο, φορώντας το πανωφόρι της. Μόνο τότε είδε τo έκπληκτo βλέμμα του καθώς δεν είχε ιδέα για το φουρτουνιασμένο της μυαλό. " Πάω μια βόλτα, δεν θα αργήσω" του έκανε. " Πάρε κλειδιά" της είπε μόνο παρακολουθώντας την να απομακρύνεται στο διάδρομο.

Εκανε τρεις φορές τον γύρο του τετραγώνου, καπνίζοντας και μουρμουρίζοντας " τι κάνω εγώ εδώ;" ώσπου δεν άντεξε το κρύο και την πάχνη που είχε αρχίσει να καλύπτει τη μικρή πόλη. Είχε έρθει από την Αθήνα, όλο χαρά και προσμονή να τον δεί για λίγες μέρες , σε τούτη εδώ τη μικρή γερμανική πόλη, που πρώτη της φορά επισκέπτονταν. Ηταν τόσες πολλές οι προσδοκίες της που η επιβεβαίωσή τους κράτησε μονάχα την πρώτη μέρα. Από τη δεύτερη κιόλας υψώθηκε το τείχος και η επικοινωνία χάθηκε. Εκείνος περιοριζόταν στις ασχολίες του κι εκείνη κλείνονταν σε ένα δωμάτιο προφασιζόμενη ότι άκουγε μουσική ή διάβαζε. Κανείς από τους δύο δεν έβρισκε το δρόμο της συνάντησης. Και τούτη ήταν η τρίτη μέρα.


Επέστρεψε, έχοντας την ελπίδα ότι εκείνος θα έκανε έστω μιά ύστατη προσπάθεια να της μιλήσει, να τη ρωτήσει τι έχει, να την πλησιάσει. Τον βρήκε στην ίδια ακριβώς θέση όπως τον είχε αφήσει. Στάθηκε μόνο μια στιγμή ώσπου να του πει " ήρθα" και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο. Δεν σκεφτόταν τίποτα συγκεκριμένο. Δεν πήρε αυτό που ήθελε, δεν το ζήτησε κιόλας, δεν ήξερε να ζητάει..." Δεν έχω καμία θέση εδώ" σκέφτηκε. Άνοιξε τη μικρή βαλίτσα που είχε φέρει μαζί της και άρχισε να μαζεύει τα λιγοστά πράγματά της που με τόση φροντίδα είχε επιλέξει για το ταξίδι. Είχε σκεφτεί την κάθε στιγμή, την είχε σχεδιάσει, την είχε αναλύσει. Δεν είχε αφήσει κανένα περιθώριο στο απρόβλεπτο.

Σήκωσε τη βαλίτσα και τη μετέφερε ως το σαλόνι , όπου βρισκόταν εκείνος. Πάντα της άρεσε να προκαλεί με πράξεις, όταν ένιωθε αδύναμη να μιλήσει, να απαιτήσει, να εξηγήσει, να διεκδικήσει. Της ήταν εύκολο να φεύγει. Πίστευε ότι μία τέτοια κίνηση ίσως και να τον προκαλούσε να σηκωθεί, να την αγκαλιάσει, να της μιλήσει... Τίποτα απ όλα αυτά δεν έγινε. Μόνο ναι. Θυμάται τα σκούρα του μάτια να γίνονται ακόμα πιο σκοτεινά κοιτάζοντας μια τη βαλίτσα , μια εκείνη. Προς στιγμήν ένιωσε ότι τον είχε ταρακουνήσει. " Φεύγω!" είπε με φωνή σχεδόν αποφασιστική και με την ελπίδα εκείνος να σηκωθεί και να τη σταματήσει. Οσο κι αν προσπαθεί χρόνια μετά να θυμηθεί τι της απάντησε εκείνος είναι αδύνατον. Θυμάται μόνο τον εαυτό της να πετάει ένα " ευχαριστώ για τη φιλοξενία" και να κλείνει την πόρτα πίσω της.

Ηταν εντεκάμισυ το βράδυ. Και μέχρι να φτάσει στην εξώπορτα της πολυκατοικίας ήλπιζε ότι εκείνος θα έτρεχε πίσω της να τη σταματήσει. Δεν έγινε. Βγήκε στον παγωμένο δρόμο κι άρχισε να περπατάει. Κάποια στιγμή κι ενώ είχε απομακρυνθεί έστρεψε και πάλι το κεφαλι της προς τα αναμμένα φώτα του διαμερίσματός του μπας και δεί ότι έστω βρισκόταν πίσω από την κουρτίνα και την παρακολουθούσε. Ούτε αυτό έγινε.

Ηταν πανσέληνος. Δεν ήξερε τίποτα από την πόλη μόνο μία σχετική ιδέα είχε ότι υπήρχε σιδηροδρομικός σταθμός και τρένο που θα την οδηγούσε στην κοντινότερη μεγάλη πόλη απ όπου θα έπαιρνε την πτήση της. Αν και η πτήση της ήταν για τρεις μέρες μετά. Ηταν μαθημένη να ταξιδεύει και τώρα η πρώτη της σκέψη ήταν ότι χρειαζόταν ένα ταξί για να πάει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μόνο που τέτοια ώρα, η μικρή πόλη κοιμόταν, το κρύο ήταν τσουχτερό και ο μόνος ήχος στο πλακόστρωτο ήταν οι ρόδες της μικρής βαλίτσας της μαζί με τα αποφασιστικά βήματά της.

Περπατούσε πάνω από μία ώρα και δεν κυκλοφορούσε ψυχή στους δρόμους. Οι σκέψεις της ήταν μόνο σκέψεις άμεσης επιβίωσης και αυτόματα είχε αποθηκεύσει βαθιά το προηγούμενο περιστατικό. Δεν ήταν ώρα για συναισθηματισμούς...

Από μακριά άκουσε φωνές και θόρυβο και με ανακούφιση είδε φώτα και μια πλατεία ξεπρόβαλε μπροστά της. Εκεί βρήκε ταξί και με τα λιγοστά γερμανικά της ζήτησε από τον οδηγό να την πάει στον σταθμό των τραίνων. Νόμισε ότι έφταιγαν τα γερμανικά της όταν είδε τον οδηγό να την κοιτάζει έκπληκτος, αλλά η επιμονή της τον έπεισε.

Ηταν ήδη μιάμιση τα ξημερώματα , πλήρωσε τον οδηγό και πλησίασε στην είσοδο ενός μάλλον σκοτεινού μικρού σταθμού, όπου τα εκδοτήρια ήταν κλειστά. Τρεις αστυνομικοί που έκαναν περιπολία την ώρα εκείνη την ενημέρωσαν ότι το τελευταίο τρένο είχε φύγει στις δωδεκάμισι κι ως τις έξι το πρωί δεν θα περνούσε άλλο τρένο. Ρώτησε αν μπορούσε να περιμένει στο σταθμό μέχρι να περάσει το πρώτο τρένο. Κι εκεί το βλέμμα τους την εκανε να αισθανθεί άβολα. " Δεν είναι μέρος για σας. Γιατί δεν πάτε στην πόλη σε ένα ξενοδοχείο;" πρότεινε ένας εκ των τριών. Προφασίστηκε ότι βιαζόταν να φύγει κι ότι ήδη είχε αφήσει το ξενοδοχείο αλλά έχασε το τρένο.

Ηταν μια καλοβαλμένη, μάλλον όμορφη γυναίκα και το άσπρο της πανωφόρι ξεχώριζε στον σκοτεινό σταθμό. Απέφυγε τα πρώτα παγκάκια όπου ήδη διάφοροι άστεγοι άπλωναν τις κούτες τους για να κοιμηθούν ενώ κάποιοι άλλοι έτρωγαν το σάντουιτς που κάποιος τους χάρισε. Ήθελε να φύγει όσο πιο μακριά γινόταν, όχι επειδή φοβόταν τους ανθρώπους αυτούς αλλά επειδή φοβόταν μη δουν τα φουρτουνιασμένα της μάτια. Ήθελε να είναι μόνη.

Ανάμεσα στις γραμμές των τρένων κάποιες γυάλινες τζαμαρίες με παγκάκια ήταν ιδανικός χώρος για τους επιβάτες και το τσουχτερό κρύο. Διάλεξε ένα από αυτά όπου ένας Αφρικανός κοιμόταν ήδη σε ένα από τα παγκάκια. Πριν προλάβει να βγάλει το βιβλίο της οι αστυνομικοί ξεπρόβαλαν και πάλι λέγοντάς της ότι θα έπρεπε να πάει σε άλλη τζαμαρία γιατί στη συγκεκριμένη θα μαζεύονταν αρκετοί
κλοσάρ και το μέρος δεν θα ήταν σίγουρο για εκείνη. Ενοχλήθηκε με την επιμονή τους καθότι ουδέποτε ένιωσε στη ζωή της να απειλείται απο έναν κλοσάρ.

Απέμεναν ακόμα τέσσερις ώρες ως τις έξι που το πρώτο τρένο θα έφθανε. Εκεί, καθισμένη σε μία φωτεινή και κρύα τζαμαρία που ελάχιστα προστάτευε από το κρύο, κοίταξε το τηλέφωνό της. Ούτε μήνυμά του, ούτε τηλεφώνημα. Τίποτα. Καμιά παρηγοριά. Άρχισε να ξαναζεί με τη σκέψη της την προηγούμενη σκηνή και την πλημμύρισαν εκατομμύρια " γιατί". Από την άλλη η παγωμένη της μεγαλοπρέπεια όλο και μίκραινε όσο το κρύο γινόταν πιο τσουχτερό. Σκεφτόταν πόσο πιο ζεστά θα ήταν στο σπίτι του και στην αγκαλιά του. Άνοιξε τη βαλίτσα και πήρε δεύτερο πανωφόρι και ένα ζευγάρι γάντια. Σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω κάτω με μικρά βήματα κατά μήκος της τζαμαρίας για να ζεστάνει τα παγωμένα πόδια της.

Η τρίτη φορά που οι αστυνομικοί εμφανίστηκαν ήταν για να της πουν με χαρά ότι θα είχε παρέα. Ενα νιόπαντρο ζευγάρι Ελλήνων που ταξίδευε όλη τη χώρα για το μήνα του μέλιτός του θα ήταν η συντροφιά της ως το πρωί. Ηταν η στιγμή που μίσησε την ενοχλητική και συνεχή προστασία των αστυνομικών χωρίς να τους την έχει ζητήσει. Οταν μόλις είχε εγκαταλείψει τον αγαπημένο της , η ζωή την εκδικούνταν με ένα νιόπαντρο ζευγάρι που πανθομολογούσε τον έρωτά του. Μόνο που το κρύο μετά από λίγη ώρα έκανε το ζευγάρι να λουφάξει αγκαλιασμένο και τον άντρα να κάνει μασάζ στα παγωμένα χέρια της καλής του.

Στις έξι ακριβώς το τρένο έφθασε στο σταθμό. Λίγα λεπτά νωρίτερα τα εκδοτήρια άνοιξαν και το πρώτο εισιτήριο ήταν το δικό της. Στο θερμαινόμενο βαγόνι ο ύπνος ήρθε βαθύς για τις επόμενες δύο ώρες. Ενας γρήγορος καφές στον τεράστιο επιβλητικό σταθμό της μεγαλούπολης κι ύστερα λεωφορείο ως το αεροδρόμιο. Ως εκείνη την ώρα δεν είχε προλάβει ούτε να σκεφτεί, ούτε να αναλύσει το πως και το γιατί.

Στην ουρά στο αεροδρόμιο παρακολουθούσε τους χαρωπούς ή βιαστικούς ταξιδιώτες και σκεφτόταν ότι τη δική της δυστυχία κανείς δεν θα την κατανοούσε. Η πτήση της θα έφευγε σε τρεις ημέρες αλλά εκείνη ζήτησε να αλλάξει το εισιτήριό της αν ήταν δυνατόν για την ίδια ώρα. Της απάντησαν ότι το εισιτήριο δεν αλλάζει κι ότι έπρεπε να βγάλει καινούργιο για το ίδιο βράδυ. Το ποσόν εξωφρενικό. Έδωσε την κάρτα της και της απάντησαν ότι δεν περνούσε. Εκεί άρχισε να απελπίζεται . Από τα μετρητά που είχε μαζί της, της έλειπαν δέκα ευρώ για να συμπληρώσει για το εισιτήριο.

Εφυγε απογοητευμένη από την ουρά κι άρχισε να περιπλανιέται στο αεροδρόμιο. Ακόμα κι αν τηλεφωνούσε στους δικούς της στην Αθήνα δεν θα μπορούσαν να της βάλουν χρήματα στην κάρτα αφού δεν λειτουργούσε. Κάθισε σε ένα παγκάκι κι άρχισε να καπνίζει. Η ώρα περνούσε και η μόνη λύση που έβρισκε ήταν να μείνει τρεις μέρες στο αεροδρόμιο, να κοιμάται στα παγκάκια ώσπου να πάρει την κανονική της πτήση. Την πλησίασε ένας ζητιάνος. Της ζήτησε τσιγάρο. Τον κοίταξε κι ένιωσε αφάνταστη ευχαρίστηση. Εκείνος κι εκείνη βρισκόταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση. Χαμογέλασε με τη διαπίστωση και του έδωσε όλο το πακέτο με τα τσιγάρα. Την κοίταξε με έκπληξη και της ζήτησε την άδεια να καθίσει δίπλα της. " Δε βαριέσαι, εσύ κι εγώ είμαστε στην ίδια μοίρα" μουρμούρισε ενώ του έδειχνε να καθίσει με το χέρι της. Μίλησαν στα αγγλικά κάμποσα ώρα , εκείνος ήταν Πολωνός άστεγος και είχε βρει καταφύγιο στο αεροδρόμιο εδώ και καιρό. Μιλούσαν αρκετή ώρα οι δυό τους, δυό παράταιρα πλάσματα κι όμως σε τόσο όμοιες συνθήκες. Του είπε για το εισιτήριό της και την περιπέτειά της κι εκείνος μετά από λίγο ζήτησε συγγνώμη, σηκώθηκε , της ευχήθηκε " καλή τύχη" και έφυγε.

Η ώρα περνούσε , η αυπνία έφερνε κούραση στα βλέφαρα και ήδη είχε εντοπίσει που θα περνούσε τις τρείς μέρες που χρειαζόταν μέχρι να φύγει. Είχε ελέγξει ακόμα και τα μπάνια του αεροδρομίου. Δεν είχε όμως υπολογίσει καλά. Από μακριά είδε τον "φίλο" της τον ζητιάνο να τη χαιρετά και να την πλησιάζει. Της έτεινε το χέρι του και της απόθεσε μερικά νομίσματα στην παλάμη της. " Είναι τα δέκα ευρώ που σου λείπουν για να φύγεις " της είπε. Ολη αυτή την ώρα που έλειπε είχε " δουλέψει" για χάρη της και συγκέντρωσε το ποσόν που της χρειαζόταν. Τον κοίταξε βουρκωμένα. " Πάρ'τα, σου χρειάζονται" της έκανε χαμηλόφωνα. " Αλλωστε εσύ μου έδωσες το τελευταίο πακέτο με όλα τα τσιγάρα σου. Αυτό κανείς δεν το κάνει. Επιπλέον μου μίλησες. Συνήθως δεν μου μιλάει κανείς. Με αποφεύγουν..."

Το εισιτήριο βγήκε την ίδια ώρα και ανακουφισμένη μπήκε στο αεροπλάνο. Αργά το βράδυ όταν έμπαινε στο σπίτι της στην Αθήνα πλέον, λάμβανε ένα μήνυμα. Ηταν από την αεροπορική εταιρία που της έλεγε ότι η προγραμματισμένη της πτήση μετά από τρεις ημέρες ακυρώνονταν και θα της επέστρεφαν τα χρήματά της...

Μετά απ αυτό το ταξίδι, δεν ξέχασε ποτέ την ευγνωμοσύνη της προς τον ζητιάνο , ούτε και το κρύο και την ταλαιπωρία. Ξέχασε όμως τον αγαπημένο. Και δεν ξαναχώρισε, ποτέ, βράδυ. Περίμενε πάντα να ξημερώσει για να φύγει...

Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου